Μουλάρι

Μουλάρι ή ημίονος ονομάζεται το ζώο που προέρχεται από τη διασταύρωση αλόγου και γάϊδαρου. Το μουλάρι προέρχεται από γονιμοποίηση φοράδας από γάιδαρο. Ένα διαφορετικό είδος, το γαϊδουρομούλαρο ή γίννος, προκύπτει όταν γίνει γονιμοποίηση θηλυκού γαϊδουριού από άλογο. Το μουλάρι (αλλά και το γαϊδουρομούλαρο) είναι ένα υβρίδιο, προκύπτει δηλαδή από τη διασταύρωση δυο διαφορετικών αλλά συγγενών ειδών.
Μορφολογικά το μουλάρι ομοιάζει στο σώμα και το δέρμα με γάιδαρο, ενώ στις περιοχές του λαιμού και του κεφαλιού περισσότερο με άλογο. Ενώ το άλογο έχει 64 χρωμοσώματα, και το γαϊδούρι 62, το μουλάρι έχει 63. Το μουλάρι δεν μπορεί να αναπαραχθεί λόγω του αριθμού των χρωμοσωμάτων που έχει και είναι στείρο. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις υπάρχουν γεννήσεις από μουλάρια, αλλά είναι ιδιαίτερα σπάνιες.
Το μουλάρι είναι πιο μεγαλόσωμο και έχει το σώμα ενός αλόγου και τα πόδια ενός γαϊδουριού.Το γαϊδουρομούλαρο έχει το σώμα γαϊδουριού και τα πόδια ενός αλόγου. Είναι πιο μικρόσωμο από το μουλάρι.
Τα μουλάρια συνδυάζουν χαρακτηριστικά των γαϊδουριών, όπως η υπομονή και επιμονή, και των αλόγων, όπως η αντοχή και η δυνατότητα μεταφοράς μεγάλων βαρών. Όταν ενοχληθεί, το μουλάρι μπορεί να κλωτσήσει πολύ δυνατά, προς κάθε κατεύθυνση. Χρησιμοποιούνται σε αγροτικές κοινωνίες για βοήθεια στις μεταφορές, παλιότερα όμως και μέχρι τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ευρύτατη ήταν η χρήση τους από τους στρατούς του κόσμου ως μέσα μεταφοράς, κυρίως λόγω της μεγάλης αντοχής τους και της ανθεκτικότητάς τους στις ασθένειες.
Η μείωση του αριθμού των ελληνικών γαϊδουριών (από τα 508.000 γαϊδούρια που υπήρχαν στην Ελλάδα το 1950, το 1995 μειώθηκαν σε 95.000 ενώ έως το 2008 υπήρχαν λιγότερα από 16.000) έχει επιφέρει δραματική μείωση και στον πληθυσμό των μουλαριών.
Μεταφορικά, ο όρος μουλάρι μπορεί να χρησιμοποιηθεί για κάποιον που είναι ιδιαίτερα επίμονος (μουλάρωσε). Εναλλακτικά, και υποτιμητικά, για κάποιον που έχει μεγαλώσει αρκετά ώστε να επωμίζεται ευθύνες χωρίς ωστόσο να το κάνει (είκοσι χρονών μουλάρι). Η λέξη μούλος ή μούλικος αποτελεί ύβρι συνώνυμη του μπάσταρδος και αναφέρεται σε εξώγαμο ή αγνώστου πατρότητος παιδί.

Tags: